Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ



Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ »


Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι




Η δύναμη είναι μέσα μας.
Η Ευτυχία είναι δίπλα μας


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν! Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…


Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ »

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΤΑ ΔΩΡΑ ΣΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!!!!


Τι όμορφη μέρα! σκέφτηκε ο ασκητής Φασκωλόμυς καθώς καθόταν στη σκιά μιας φτελιάς. Ο ήλιος λάμπει, τα πουλιά κελαηδούν και μ’ αρέσει να κοιτάζω τα κλαδιά των δέντρων να χορεύουν στο ζεστό αεράκι.
- Τι άσχημη μέρα! γκρίνιαξε ο αρκούδος Τρομάρας, καθώς ποδοπατούσε τα λουλούδια. Ο ήλιος με πειράζει στα μάτια, τα πουλιά τσιρίζουν και κράζουν, τα δέντρα μπαίνουν μπροστά στο δρόμο μου και ο αέρας αναμαλλιάζει τη γούνα μου!
Ο αρκούδος Τρομάρας εξακολούθησε να περπατάει κλωτσώντας και ποδοπατώντας ό,τι εύρισκε μπροστά του, μέχρι που έφτασε στο μέρος όπου καθόταν ήσυχα ο ασκητής Φασκωλόμυς.
-          Τι κάνεις εδώ καθισμένος πάνω στο δρόμο μου; ρώτησε ο Τρομάρας.
Ο Φασκωλόμυς συνέχισε να κάθεται και να χαμογελά ατάραχος. Άκουσε προσεκτικά τον Τρομάρα αλλά δεν είπε τίποτα.
-          Φύγε από το δρόμο μου! τον διέταξε ο αρκούδος Τρομάρας σμίγοντας τα φρύδια του. Αλλιώς θα σου δώσω μια στο κεφάλι!
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
-          Γιατί δε λες τίποτα; Θέλεις να σου στρίψω κανένα κόκαλο; στρίγκλισε ο Τρομάρας, νιώθοντας να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
-          Δεν άκουσες τι είπα; βρυχήθηκε ο Τρομάρας ακόμα πιο δυνατά, κουνώντας απειλητικά την πατούσα του μπροστά στο πρόσωπο του Φασκωλόμυ. Θες να φας μια γερή γροθιά στη μύτη;
Ο ασκητής Φασκωλόμυς απλά χαμογελούσε.
Ο αρκούδος Τρομάρας τα έχασε! Ο Φασκωλόμυς δεν αντιδρούσε καθόλου κι αυτός δεν είχε πια τόσο μεγάλη όρεξη να ποδοπατήσει τη γη και να φωνάξει, όμως ένιωθε ακόμα αρκετά θυμωμένος.
-          Έχεις κάτι να πεις; ρώτησε.
Ο Φασκωλόμυς κοίταξε τον Τρομάρα.
-          Δεν έχω τα γενέθλιά μου σήμερα, είπε χαμογελώντας του.
-          Τι;….Γιατί μου λες ότι δεν έχεις τα γενέθλιά σου; ρώτησε ο Τρομάρας. Δε με νοιάζουν τα γενέθλιά σου!
-          Τότε γιατί προσπαθείς να μου κάνεις δώρα; απάντησε ευγενικά ο Φασκωλόμυς.
-          Τι δώρα; ρώτησε μπερδεμένος ο Τρομάρας.
-          Προσπάθησες να μου δώσεις ένα χτύπημα στο κεφάλι,
















ένα στρίψιμο στα κόκαλα



και μια γροθιά στη μύτη.
Δε θάλελα αυτά τα δώρα ακόμα κι αν ήταν τα γενέθλιά μου, είπε ήρεμα ο Φασκωλόμυς. Νομίζω ότι θα αναγκαστείς να κρατήσεις όλο το θυμό σου για τον εαυτό σου.
Ο αρκούδος Τρομάρας αγριοκοίταξε τον Φασκωλόμυ που καθόταν πάνω στο γρασίδι ανάμεσα στα λουλούδια. Γρύλισε μπροστά στο χαμογελαστό πρόσωπο του ασκητή:
-          Δεν είμαι θυμωμένος! φώναξε ποδοπατώντας μια μαργαρίτα.      
-          Αλήθεια; ρώτησε ο Φασκωλόμυς ανασηκώνοντας τα φρύδια του και δείχνοντας το τσακισμένο λουλούδι κάτω από το πόδι του Τρομάρα.
Ο Τρομάρας σήκωσε το πόδι του και μάζεψε τη διαλυμένη μαργαρίτα.
-          Δεν το έκανα εγώ αυτό!…διαμαρτυρήθηκε. Το έκανα;…
Ο Φασκωλόμυς καθόταν απλά και χαμογελούσε αλλά δεν είπε τίποτα.
Ο Τρομάρας κοίταξε τη μαργαρίτα σμίγοντας τα φρύδια του. Ήταν ένας μεγαλόσωμος αρκούδος αλλά κατά βάθος δεν είχε ποτέ την πρόθεση να πληγώσει κανένα ούτε να καταστρέψει κάτι.
-          Συγνώμη, λουλουδάκι, δεν ήθελα να σε διαλύσω. Ήμουν… ήμουν θυμωμένος, παραδέχτηκε. Δε σε είδα. Αλλά θα προσπαθήσω να μην καταστρέψω άλλα λουλούδια σήμερα.
Ο Τρομάρας κράτησε το λόγο του κι όλη την υπόλοιπη μέρα ήταν πολύ προσεκτικός με όλα τα λουλούδια του δάσους, με όλα τα πουλιά και με όλα τα δέντρα!
Ο αρκούδος Τρομάρας ξόδευε τόσο πολύ χρόνο με το να είναι θυμωμένος ώστε είχε ξεχάσει ότι ήταν θυμωμένος.
Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να θυμώνουμε μόνο και μόνο επειδή κάποιος άλλος είναι θυμωμένος. Είναι καλύτερα να μην φορτωνόμαστε το θυμό του άλλου ακόμα κι αν εκείνος προσπαθεί να μας τον μεταδώσει.


κοίτα!   γελάω!!!


ο τρόπος που ζωγράφισε, τον φόβο, το νήπιο μας αποκαλυπτικός !!!!!!!!!
 



Δεν υπάρχουν σχόλια: